le potager
po
πο
ta
ta
τα
ger
ʒe
ζε
patauger

Ορισμός και σημασία του "potager"στα γαλλικά

01

κηπευτός, λαχανόκηπος

jardin dédié à la culture des légumes et plantes aromatiques 
le potager definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
potager
Παραδείγματα
*Mon grand-père entretient un potager bio depuis 20 ans. 

Ο παππούς μου διατηρεί ένα βιολογικό κηπευτό εδώ και 20 χρόνια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store