positif
positif
pɔzit͡sɪf
pawzitsif

Ορισμός και σημασία του "positif"στα γαλλικά

01

θετικός, αισιόδοξος

qui reflète un état d'esprit optimiste ou constructif 
positif definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus positif
συγκριτικός βαθμός
plus positif
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
positif
αρσενικό πληθυντικό
positifs
θηλυκό ενικό
positive
θηλυκό πληθυντικό
positives
Παραδείγματα
Elle a une attitude très positive malgré les difficultés. 

Έχει μια πολύ θετική στάση παρά τις δυσκολίες.

02

θετικός, βεβαιωτικός

qui confirme l'existence d'un phénomène, d'une maladie ou d'une qualité 
positif definition and meaning
Παραδείγματα
Le test est positif pour le virus. 

Η εξέταση είναι θετική για τον ιό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store