Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La portière
[gender: feminine]
01
πόρτα αυτοκινήτου, πόρτα αυτοκινήτου
porte d'une voiture, d'un train ou d'un véhicule
Παραδείγματα
La portière avant droite est abîmée après l' accident.
Η πόρτα μπροστινή δεξιά είναι κατεστραμμένη μετά το ατύχημα.



























