la portière
Pronunciation
/pɔʁtjˈɛʁ/

Ορισμός και σημασία του "portière"στα γαλλικά

La portière
[gender: feminine]
01

πόρτα αυτοκινήτου, πόρτα αυτοκινήτου

porte d'une voiture, d'un train ou d'un véhicule
la portière definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
portières
Παραδείγματα
La portière avant droite est abîmée après l' accident.
Η πόρτα μπροστινή δεξιά είναι κατεστραμμένη μετά το ατύχημα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store