Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La portière
01
πόρτα αυτοκινήτου, πόρτα αυτοκινήτου
porte d'une voiture, d'un train ou d'un véhicule
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
portières
Παραδείγματα
Elle a ouvert la portière et est montée dans la voiture.
Άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου και ανέβηκε στο όχημα.



























