Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le porte-serviettes
01
κραγκάκι πετσετών, βάση πετσετών
support fixé au mur ou posé au sol, destiné à suspendre ou poser des serviettes, surtout dans la salle de bains
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
porte-serviettes
Παραδείγματα
Le porte-serviettes est installé près de la douche.
Ο πάγκος πετσετών είναι εγκατεστημένος κοντά στο ντους.



























