Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le porte-bonheur
[gender: masculine]
01
φυλαχτό τύχης, σύμβολο που φέρνει καλή τύχη
objet ou symbole que l'on croit apporter la chance
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
porte-bonheurs
Παραδείγματα
Il croit que ce porte-bonheur lui apporte succès et chance.
Πιστεύει ότι αυτό το φυλαχτό του φέρνει επιτυχία και τύχη.
porte-bonheur
01
που φέρνει τύχη, τυχερός
qui apporte ou est censé apporter la chance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
porte-bonheur
αρσενικό πληθυντικό
porte-bonheur
θηλυκό ενικό
porte-bonheur
θηλυκό πληθυντικό
porte-bonheur
Παραδείγματα
Les clés porte-bonheur sont suspendues dans l' entrée.
Τα κλειδιά porte-bonheur κρέμονται στην είσοδο.



























