portable
Pronunciation
/pɔʀtabl/

Ορισμός και σημασία του "portable"στα γαλλικά

01

φορητός, μεταφερόμενος

qui peut être facilement transporté
portable definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus portable
συγκριτικός βαθμός
plus portable
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
portable
αρσενικό πληθυντικό
portables
θηλυκό ενικό
portable
θηλυκό πληθυντικό
portables
Παραδείγματα
Il transporte toujours son kit portable lorsqu' il voyage
Μεταφέρει πάντα το φορητό κιτ του όταν ταξιδεύει.
Le portable
[gender: masculine]
01

κινητό τηλέφωνο, κινητό

appareil électronique personnel permettant de passer des appels et d'envoyer des messages
le portable definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
portables
Παραδείγματα
Les portables modernes ont de nombreuses applications.
Τα σύγχρονα κινητά τηλέφωνα έχουν πολλές εφαρμογές.

Λεξικό Δέντρο

portable
port
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store