Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
portable
01
φορητός, μεταφερόμενος
qui peut être facilement transporté
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus portable
συγκριτικός βαθμός
plus portable
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
portable
αρσενικό πληθυντικό
portables
θηλυκό ενικό
portable
θηλυκό πληθυντικό
portables
Παραδείγματα
J'ai acheté un ordinateur portable pour le travail
Αγόρασα έναν φορητό υπολογιστή για τη δουλειά.
Le portable
01
κινητό τηλέφωνο, κινητό
appareil électronique personnel permettant de passer des appels et d'envoyer des messages
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
portables
Παραδείγματα
J'ai laissé mon portable sur la table.
Άφησα το κινητό μου στο τραπέζι.
Λεξικό Δέντρο
portable
port



























