le port
port
pɔʁ
pawr
porctortnordbord

Ορισμός και σημασία του "port"στα γαλλικά

01

λιμάνι, αποβάθρα

endroit sur la côte les bateaux peuvent s'amarrer 
le port definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
ports
Παραδείγματα
Le navire entre dans le port de Marseille. 

Το πλοίο μπαίνει στο λιμάνι της Μασσαλίας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

portable
portage
port
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store