le polyester
po
pɔ
paw
lyes
liɛs
lies
ter
tɛʁ
ter

Ορισμός και σημασία του "polyester"στα γαλλικά

01

πολυεστέρας, ινή πολυεστέρα

fibre synthétique utilisée pour fabriquer des tissus résistants, faciles d'entretien et peu froissables 
le polyester definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Cette chemise est en polyester léger. 

Αυτό το πουκάμισο είναι από ελαφρύ πολυεστέρα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store