la politique
Pronunciation
/pɔlitik/

Ορισμός και σημασία του "politique"στα γαλλικά

La politique
[gender: feminine]
01

πολιτική

activité liée au gouvernement, à l'organisation de la société ou aux relations de pouvoir
la politique definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
politiques
Παραδείγματα
Ils discutent souvent de politique à table.
Συχνά συζητούν για πολιτική στο τραπέζι.
01

πολιτικός, πολιτική

qui concerne le gouvernement, les lois, ou les affaires publiques
politique definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
politique
αρσενικό πληθυντικό
politiques
θηλυκό ενικό
politique
θηλυκό πληθυντικό
politiques
Παραδείγματα
Il lit beaucoup d' articles politiques.
Διαβάζει πολλά πολιτικά άρθρα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store