Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pocher
01
faire cuire un aliment dans un liquide chaud maintenu juste en dessous de l'ébullition
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
avoir
ενεστώτα μετοχή
pochant
παθητική μετοχή
poché
Παραδείγματα
Il faut éviter que l' eau bout trop fort pendant qu' on poche les œufs.



























