Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pleurer
01
κλαίω, δακρύζω
verser des larmes à cause de la tristesse, de la douleur ou de l'émotion
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
pleure
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
pleurons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
pleurerai
ενεστώτα μετοχή
pleurant
παθητική μετοχή
pleuré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
pleurions
Παραδείγματα
L'enfant pleure parce qu'il est tombé.
Το παιδί κλαίει γιατί έπεσε.



























