Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le plancton
[gender: masculine]
01
πλαγκτόν, πλαγκτόν οργανισμοί
ensemble des petits organismes aquatiques (animaux et végétaux) qui dérivent dans l'eau sans pouvoir nager activement contre le courant
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Le plancton joue un rôle important dans la production d' oxygène.
Το πλαγκτόν παίζει σημαντικό ρόλο στην παραγωγή οξυγόνου.



























