la plaine
plaine
plɛ:n
plen
platineplaireplainteplaie

Ορισμός και σημασία του "plaine"στα γαλλικά

01

πεδιάδα, επίπεδο έδαφος

étendue de terrain large et relativement plate 
la plaine definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
plaines
Παραδείγματα
La plaine s'étend à perte de vue. 

Η πεδιάδα εκτείνεται μέχρι το ορίζοντα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store