le pis
pis
pi
skinidtrilit

Ορισμός και σημασία του "pis"στα γαλλικά

01

μαστός, θηλή

organe de la femelle de certains mammifères ( comme la vache, la chèvre, la brebis) contenant les mamelles qui produisent le lait 
le pis definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
pis
Παραδείγματα
Le paysan trait le pis de la vache chaque matin. 

Ο αγρότης αρμέγει το μαστό της αγελάδας κάθε πρωί.

01

χειρότερος, πιο κακός

forme comparée de "mal", signifiant "plus mal" ou "le plus mal" selon le contexte 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le pis
συγκριτικός βαθμός
pis
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
pis
αρσενικό πληθυντικό
pis
θηλυκό ενικό
pis
θηλυκό πληθυντικό
pis
Παραδείγματα
Il chante encore pis qu'avant. 

Τραγουδά χειρότερα από πριν.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store