Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le pigment
01
χρωστική ουσία, βαφή
substance qui donne de la couleur à un matériau, une peinture ou un organisme
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
pigments
Παραδείγματα
Le bleu de Prusse est un pigment très utilisé en peinture.
Το πρωσικό μπλε είναι ένα χρωστική ουσία που χρησιμοποιείται ευρέως στη ζωγραφική.



























