Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le pigeon
01
περιστέρι, τρυγόνι
oiseau de taille moyenne, souvent domestiqué ou vivant en ville, connu pour revenir à son lieu de naissance
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
pigeons
Παραδείγματα
Le pigeon se perche sur le toit de la maison.
Το περιστέρι κάθεται στη στέγη του σπιτιού.
02
ανόητος, αφελής
personne naïve ou facilement trompée
Παραδείγματα
Il s'est fait avoir encore une fois, quel pigeon !
Τον ξαναέκλεψαν, τι αφελής!



























