Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
picorer
01
ραμφίζω, τσιμπώ
taper légèrement avec le bec pour manger ou toucher quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
picore
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
picorons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
picorerai
παθητική μετοχή
picoré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
picorions
Παραδείγματα
Les poules picorent le grain sur le sol.
02
τσιμπώ, παίζω με το φαγητό
manger un peu à la fois ou jouer avec sa nourriture
Παραδείγματα
L'enfant picore son repas sans vraiment manger.
LanGeek



























