la photo
Pronunciation
/fɔto/

Ορισμός και σημασία του "photo"στα γαλλικά

La photo
[gender: feminine]
01

φωτογραφία, φωτο

image obtenue avec un appareil photographique
la photo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
photos
Παραδείγματα
Nous avons fait des photos pendant le voyage.
Πήραμε φωτογραφίες κατά τη διάρκεια του ταξιδιού.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store