philosophique
phi
fi
fi
lo
law
so
zaw
phique
fik
fik
Polytechniquetechnologiquedémographiqueachromatique

Ορισμός και σημασία του "philosophique"στα γαλλικά

philosophique
01

φιλοσοφικός, φιλοσοφική

qui concerne la philosophie ou la réflexion sur la vie, la connaissance et les valeurs 
philosophique definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
philosophique
αρσενικό πληθυντικό
philosophiques
θηλυκό ενικό
philosophique
θηλυκό πληθυντικό
philosophiques
Παραδείγματα
Elle aime discuter de questions philosophiques. 

Της αρέσει να συζητά φιλοσοφικά ερωτήματα.

02

σοφός, ήρεμος

qui montre de la sagesse, du calme ou du recul face aux difficultés 
Παραδείγματα
Elle reste très philosophique après cet échec. 

Παραμένει πολύ φιλοσοφική μετά από αυτή την αποτυχία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store