Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La peste
01
πανούκλα, λοιμός
maladie infectieuse grave causée par la bactérie Yersinia pestis, pouvant se propager rapidement et provoquer des épidémies
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La peste a causé des millions de morts au Moyen Âge.
Η πανούκλα προκάλεσε εκατομμύρια θανάτους στον Μεσαίωνα.
02
πανούκλα, συμφορά
fléau, calamité ou événement très nuisible et fâcheux
Παραδείγματα
Cette série de tempêtes est une vraie peste pour les agriculteurs.
Αυτή η σειρά καταιγίδων είναι μια πραγματική πανώλη για τους αγρότες.



























