pertinent
pertinent
pɛʁtinɑ̃
pertinaa
permanent

Ορισμός και σημασία του "pertinent"στα γαλλικά

01

σχετικός, κατάλληλος

qui est approprié et bien adapté à la situation 
pertinent definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus pertinent
συγκριτικός βαθμός
plus pertinent
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
pertinent
αρσενικό πληθυντικό
pertinents
θηλυκό ενικό
pertinente
θηλυκό πληθυντικό
pertinentes
Παραδείγματα
Son commentaire est très pertinent pour la discussion. 

Το σχόλιό του είναι πολύ σχετικό για τη συζήτηση.

02

σαφής, κατανοητός

qui est clair et facile à comprendre 
pertinent definition and meaning
Παραδείγματα
Son explication est pertinente et simple à suivre. 

Η εξήγησή του είναι σχετική και απλή στην παρακολούθηση.

Λεξικό Δέντρο

impertinent
pertinent
pertin
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store