Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pertinent
01
σχετικός, κατάλληλος
qui est approprié et bien adapté à la situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus pertinent
συγκριτικός βαθμός
plus pertinent
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
pertinent
αρσενικό πληθυντικό
pertinents
θηλυκό ενικό
pertinente
θηλυκό πληθυντικό
pertinentes
Παραδείγματα
Son commentaire est très pertinent pour la discussion.
Το σχόλιό του είναι πολύ σχετικό για τη συζήτηση.
02
σαφής, κατανοητός
qui est clair et facile à comprendre
Παραδείγματα
Son explication est pertinente et simple à suivre.
Η εξήγησή του είναι σχετική και απλή στην παρακολούθηση.
Λεξικό Δέντρο
impertinent
pertinent
pertin



























