perpendiculaire
perpendiculaire
pɛʁpɑ̃dikylɛʁ
perpaadikyler

Ορισμός και σημασία του "perpendiculaire"στα γαλλικά

perpendiculaire
01

κάθετος, σε ορθή γωνία

qui forme un angle droit avec une autre ligne ou surface 
perpendiculaire definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
perpendiculaire
αρσενικό πληθυντικό
perpendiculaires
θηλυκό ενικό
perpendiculaire
θηλυκό πληθυντικό
perpendiculaires
Παραδείγματα
Les deux rues sont perpendiculaires l'une à l'autre. 

Οι δύο δρόμοι είναι κάθετοι μεταξύ τους.

La perpendiculaire
01

κάθετος, κάθετη γραμμή

ligne droite qui coupe une autre ligne en formant un angle droit 
la perpendiculaire definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
perpendiculaires
Παραδείγματα
Tracez la perpendiculaire à ce segment passant par le point A. 

Σχεδιάστε την κάθετη σε αυτό το τμήμα που διέρχεται από το σημείο Α.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store