Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
perpendiculaire
01
κάθετος, σε ορθή γωνία
qui forme un angle droit avec une autre ligne ou surface
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
perpendiculaire
αρσενικό πληθυντικό
perpendiculaires
θηλυκό ενικό
perpendiculaire
θηλυκό πληθυντικό
perpendiculaires
Παραδείγματα
Les rayons lumineux arrivent de manière perpendiculaire à la surface.
Οι ακτίνες φωτός φτάνουν κάθετα στην επιφάνεια.
La perpendiculaire
[gender: feminine]
01
κάθετος, κάθετη γραμμή
ligne droite qui coupe une autre ligne en formant un angle droit
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
perpendiculaires
Παραδείγματα
Deux perpendiculaires se coupent toujours à angle droit.
Δύο κάθετες τέμνονται πάντα σε ορθή γωνία.



























