Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
perfectionniste
01
τελειομανής, απαιτητικός
qui veut toujours atteindre la perfection dans ce qu'il fait
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus perfectionniste
συγκριτικός βαθμός
plus perfectionniste
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
perfectionniste
αρσενικό πληθυντικό
perfectionnistes
θηλυκό ενικό
perfectionniste
θηλυκό πληθυντικό
perfectionnistes
Παραδείγματα
Le musicien perfectionniste répète chaque morceau des dizaines de fois
Ο μουσικός τελειομανής επαναλαμβάνει κάθε κομμάτι δεκάδες φορές.



























