le paysage
Pronunciation
/peizaʒ/

Ορισμός και σημασία του "paysage"στα γαλλικά

Le paysage
[gender: masculine]
01

τοπίο, πανόραμα

étendue de terrain ou scène visible, naturelle ou urbaine, que l'on peut contempler
le paysage definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
paysages
Παραδείγματα
Ce roman décrit le paysage désertique avec beaucoup de détails.
Αυτό το μυθιστόρημα περιγράφει το ερημικό τοπίο με πολλές λεπτομέρειες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store