le paysage
pay
pɛi
pei
sage
zɑ:ʒ
zaazh
passagepansage

Ορισμός και σημασία του "paysage"στα γαλλικά

01

τοπίο, πανόραμα

étendue de terrain ou scène visible, naturelle ou urbaine, que l'on peut contempler 
le paysage definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
paysages
Παραδείγματα
Le paysage de montagne est spectaculaire au lever du soleil. 

Το ορεινό τοπίο είναι θεαματικό στην ανατολή του ηλίου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store