Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La patte-d'oie
01
διασταύρωση, διχάλα
intersection où plusieurs routes divergent en forme d'éventail
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
pattes-d'oie
Παραδείγματα
La voiture a hésité à la patte-d'oie.
Το αυτοκίνητο δίστασε στο σταυροδρόμι.
02
πούλια, πούλια
rides qui apparaissent au coin externe des yeux
Παραδείγματα
Ses pattes-d'oie montrent qu'elle a beaucoup ri dans sa vie.
Τα πόδια κοράκου της δείχνουν ότι γέλασε πολύ στη ζωή της.



























