Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
paternel
01
πατρικός, πατρικός
qui vient du père ou qui concerne le père
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
paternel
αρσενικό πληθυντικό
paternels
θηλυκό ενικό
paternelle
θηλυκό πληθυντικό
paternelles
Παραδείγματα
Il a une relation très proche avec son grand-père paternel.
Έχει μια πολύ στενή σχέση με τον πατρικό του παππού.
02
πατρικός, πατρικός
qui a les qualités ou le comportement d'un père, protecteur ou bienveillant
Παραδείγματα
Son regard paternel rassure toujours ses enfants.
Το πατρικό του βλέμμα πάντα καθησυχάζει τα παιδιά του.
Le paternel
01
πατέρας, γονέας
le père, l'homme qui est le parent masculin d'un enfant
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
paternels
Παραδείγματα
Mon paternel travaille dans une usine.
Ο πατέρας μου εργάζεται σε ένα εργοστάσιο.



























