Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La patience
[gender: feminine]
01
υπομονή, αντοχή
capacité d'attendre ou de supporter sans se fâcher ou se décourager
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Avec un peu de patience, tout est possible.
Με λίγη υπομονή, όλα είναι δυνατά.
02
σολιτέρ, υπομονή
jeu de cartes conçu pour être joué seul, dont le but est d'organiser ou classer les cartes selon des règles précises
Παραδείγματα
La patience peut se jouer avec un jeu de cartes ordinaire.
Η υπομονή μπορεί να παιχτεί με μια συνηθισμένη τράπουλα.
Λεξικό Δέντρο
impatience
patience
pati



























