la pastèque
pas
pas
πασ
tèque
tɛk
τεκ
daubrecqtchèquemecquechèque

Ορισμός και σημασία του "pastèque"στα γαλλικά

01

καρπούζι, πεπόνι

un gros fruit juteux avec une chair rouge ou rose et des graines noires 
la pastèque definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
pastèques
Παραδείγματα
Je mange de la pastèque en été. 

Τρώω καρπούζι το καλοκαίρι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store