passionnant
passionnant
pasjɔnɑ̃
pasyawnaa

Ορισμός και σημασία του "passionnant"στα γαλλικά

passionnant
01

συναρπαστικός, ενδιαφέρων

qui suscite un vif intérêt ou enthousiasme 
passionnant definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus passionnant
συγκριτικός βαθμός
plus passionnant
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
passionnant
αρσενικό πληθυντικό
passionnants
θηλυκό ενικό
passionnante
θηλυκό πληθυντικό
passionnantes
Παραδείγματα
C'est un roman passionnant du début à la fin. 

Είναι ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα από την αρχή μέχρι το τέλος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store