la passion
passion
pasjɔ̃
pasyaw
patient

Ορισμός και σημασία του "passion"στα γαλλικά

01

πάθος, ενθουσιασμός

sentiment très fort d'amour ou d'intérêt 
la passion definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
passions
Παραδείγματα
Sa passion pour la musique est évidente. 

Το πάθος του για τη μουσική είναι προφανές.

02

πάθος, ενθουσιασμός

émotion intense qui pousse à agir avec énergie ou désir 
la passion definition and meaning
Παραδείγματα
Il a une passion pour les voitures anciennes. 

Έχει πάθος για παλιά αυτοκίνητα.

03

Πάθη του Χριστού, Βασανισμοί του Χριστού

les souffrances de Jésus-Christ avant et pendant sa crucifixion 
Παραδείγματα
La Passion du Christ est racontée dans les Évangiles. 

Ο Πάθος του Χριστού αναφέρεται στα Ευαγγέλια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store