Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
passe-partout
01
πολύχρηστος, κατάλληλος για όλες τις χρήσεις
qui convient à toutes les situations ou à tous les usages par son caractère générique
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
passe-partout
αρσενικό πληθυντικό
passe-partout
θηλυκό ενικό
passe-partout
θηλυκό πληθυντικό
passe-partout
Παραδείγματα
Une réponse passe-partout ne suffira pas.
Μια απάντηση passe-partout δεν θα είναι αρκετή.
Le passe-partout
[gender: masculine]
01
κύριο κλειδί, καθολικό κλειδί
clé capable d'ouvrir plusieurs serrures différentes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
passe-partout
Παραδείγματα
Un passe-partout a été volé lors du cambriolage.
Ένα πασπαρτού κλάπηκε κατά τη διάρκεια της διάρρηξης.



























