Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
parvenir
01
atteindre un lieu, un objectif ou un état précis
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
avoir
ενεστώτα μετοχή
parvenant
παθητική μετοχή
parvenu
02
réussir à faire quelque chose, avoir la capacité ou l'opportunité d'accomplir une action
Παραδείγματα
Tu peux y parvenir si tu fais des efforts



























