Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le partenaire
01
personne avec qui l'on joue ou pratique une activité à deux
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
partenaires
Παραδείγματα
Il est mon partenaire de tennis.
02
σεξουαλικός σύντροφος, ερωτικός σύντροφος
personne avec laquelle on entretient une relation sexuelle ou intime
Παραδείγματα
Elle a rencontré son partenaire récemment.
Συνάντησε τον σύντροφό της πρόσφατα.
03
συνεργάτης, συνέταιρος
personne ou entité qui participe à une activité, un projet ou une entreprise avec quelqu'un d'autre
Παραδείγματα
Il est le partenaire de l'entreprise depuis cinq ans.
Είναι ο συνεργάτης της εταιρείας εδώ και πέντε χρόνια.



























