Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La part
01
μερίδιο, μέρος
portion ou fraction d'un tout
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
parts
02
ρόλος, συμμετοχή
rôle ou influence dans une action, un événement ou un projet
03
από μέρους μου, στο όνομα
dans l'expression « de ma part », « de ta part », signifie « au nom de quelqu'un »
Λεξικό Δέντρο
partial
part



























