Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le parapluie
01
ομπρέλα, αλεξιβρόχιο
objet pliable utilisé pour se protéger de la pluie
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
parapluies
Παραδείγματα
J'ai oublié mon parapluie chez moi.
Ξέχασα την ομπρέλα μου στο σπίτι.



























