Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
parader
01
βαδίζω σε παρέλαση, συμμετέχω σε παρέλαση
marcher en formation pour une cérémonie ou un défilé
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
parade
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
paradons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
paraderai
ενεστώτα μετοχή
paradant
παθητική μετοχή
paradé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
paradions
Παραδείγματα
Le régiment a paradé dans les rues de la ville.
Το σύνταγμα παρέλασε στους δρόμους της πόλης.
02
επιδεικνύομαι, κάνω επίδειξη
se montrer de façon voyante pour attirer l'attention ou impressionner
Παραδείγματα
Les gagnants paradent dans les rues de la ville.
Οι νικητές περπατούν με επιδεικτικό τρόπο στους δρόμους της πόλης.



























