paniquer
pa
pa
pa
ni
ni
quer
ke
ke
panifier

Ορισμός και σημασία του "paniquer"στα γαλλικά

paniquer
01

πανικοβάλλομαι, αναστατώνομαι

ressentir une peur soudaine et perdre son calme 
paniquer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
panique
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
paniquons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
paniquerai
ενεστώτα μετοχή
paniquant
παθητική μετοχή
paniqué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
paniquions
Παραδείγματα
Elle a paniqué en voyant le feu dans la cuisine. 

Πανικοβλήθηκε όταν είδε τη φωτιά στην κουζίνα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store