paniquer
Pronunciation
/panike/

Ορισμός και σημασία του "paniquer"στα γαλλικά

paniquer
01

πανικοβάλλομαι, αναστατώνομαι

ressentir une peur soudaine et perdre son calme
paniquer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
panique
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
paniquons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
paniquerai
ενεστώτα μετοχή
paniquant
παθητική μετοχή
paniqué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
paniquions
Παραδείγματα
Ne panique pas, tout va bien se passer.
Μην πανικοβάλλεσαι, όλα θα πάνε καλά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store