Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
paniquer
01
πανικοβάλλομαι, αναστατώνομαι
ressentir une peur soudaine et perdre son calme
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
panique
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
paniquons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
paniquerai
ενεστώτα μετοχή
paniquant
παθητική μετοχή
paniqué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
paniquions
Παραδείγματα
Ne panique pas, tout va bien se passer.
Μην πανικοβάλλεσαι, όλα θα πάνε καλά.



























