Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
palpitant
01
συναρπαστικός, συγκινητικός
qui fait battre le cœur, suscite de l'excitation ou de la tension
Παραδείγματα
Cette conférence était palpitante et captivante.
Αυτή η διάλεξη ήταν συναρπαστική και συναρπαστική.
02
παλλόμενος, παλμικός
qui bat ou palpite, en particulier pour le cœur ou un objet vibrant
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus palpitant
συγκριτικός βαθμός
plus palpitant
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
palpitant
αρσενικό πληθυντικό
palpitants
θηλυκό ενικό
palpitante
θηλυκό πληθυντικό
palpitantes
Παραδείγματα
La musique palpitante résonnait dans toute la salle.
Η παλλόμενη μουσική αντηχούσε σε όλη την αίθουσα.
Le palpitant
[gender: masculine]
01
καρδιά, καρδιά (όργανο)
organe qui pompe le sang dans le corps
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
palpitants
Παραδείγματα
Il a un palpitant fort et régulier.
Έχει ένα δυνατό και τακτικό καρδιά.



























