palpitant
palpitant
palpitɑ̃
palpitaa

Ορισμός και σημασία του "palpitant"στα γαλλικά

01

συναρπαστικός, συγκινητικός

qui fait battre le cœur, suscite de l'excitation ou de la tension 
palpitant definition and meaning
Παραδείγματα
C'est un roman palpitant du début à la fin. 

Είναι ένα συγκλονιστικό μυθιστόρημα από την αρχή μέχρι το τέλος.

02

παλλόμενος, παλμικός

qui bat ou palpite, en particulier pour le cœur ou un objet vibrant 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus palpitant
συγκριτικός βαθμός
plus palpitant
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
palpitant
αρσενικό πληθυντικό
palpitants
θηλυκό ενικό
palpitante
θηλυκό πληθυντικό
palpitantes
Παραδείγματα
Le cœur palpitant annonçait son émotion. 

Η παλλομένη καρδιά ανακοίνωνε το συναίσθημά του.

01

καρδιά, καρδιά (όργανο)

organe qui pompe le sang dans le corps 
le palpitant definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
palpitants
Παραδείγματα
Le palpitant bat rapidement après l'effort. 

Η καρδιά χτυπά γρήγορα μετά την προσπάθεια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store