Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
palpable
01
απτός, αισθητός
qui peut être touché ou ressenti physiquement, matériellement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus palpable
συγκριτικός βαθμός
plus palpable
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
palpable
αρσενικό πληθυντικό
palpables
θηλυκό ενικό
palpable
θηλυκό πληθυντικό
palpables
Παραδείγματα
Une chaleur palpable émanait du feu.
Μια απτή ζέση αναδυόταν από τη φωτιά.
02
προφανής, σαφής
qui est évident, clair, que l'on peut percevoir facilement
Παραδείγματα
Une tension palpable régnait dans la salle.
Μια αισθητή ένταση κυριαρχούσε στο δωμάτιο.
Λεξικό Δέντρο
impalpable
palpable
palp



























