Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pacser
01
συνάπτω ΠΑΚΣ, συνάπτω αστική συμβίωση
conclure un PACS ( Pacte civil de solidarité), une union légale entre deux personnes pour organiser leur vie commune sans être mariées
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
pacte
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
pactons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
pacteai
ενεστώτα μετοχή
pacsant
παθητική μετοχή
pacsé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
pactions
Παραδείγματα
Ils ont décidé de se pacser au lieu de se marier.
Αποφάσισαν να συνάψουν PACS αντί να παντρευτούν.



























