Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'oxygène
[gender: masculine]
01
اکسیژن
γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Les plongeurs transportent des réserves d' oxygène.
02
هوای پاک, هوای تمیز
Παραδείγματα
Partir quelques jours à la campagne était pour elle un oxygène nécessaire.



























