outré
ou
u
oo
tré
tʁe
tre
ouvré

Ορισμός και σημασία του "outré"στα γαλλικά

01

αγανακτισμένος, σκανδαλισμένος

qui est très offensé ou scandalisé, provoquant colère ou indignation 
outré definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus outré
συγκριτικός βαθμός
plus outré
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
outré
αρσενικό πληθυντικό
outrés
θηλυκό ενικό
outrée
θηλυκό πληθυντικό
outrées
Παραδείγματα
Il était outré par les accusations injustes. 

Ήταν αγανακτισμένος από τις άδικες κατηγορίες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store