Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
outré
01
αγανακτισμένος, σκανδαλισμένος
qui est très offensé ou scandalisé, provoquant colère ou indignation
Παραδείγματα
Les spectateurs étaient outrés par la décision du jury.
Οι θεατές ήταν αγανακτισμένοι από την απόφαση της κριτικής επιτροπής.



























