l'outil
ou
u
oo
til
ti
ti

Ορισμός και σημασία του "outil"στα γαλλικά

01

εργαλείο, όργανο

objet fabriqué utilisé pour réaliser un travail spécifique 
l'outil definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
outils
Παραδείγματα
Le marteau est un outil essentiel pour un menuisier. 

Το σφυρί είναι ένα απαραίτητο εργαλείο για έναν ξυλουργό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store