l'ossature
o
ɔ
ο
ssa
sa
σα
ture
tyʁ
τυρ

Ορισμός και σημασία του "ossature"στα γαλλικά

01

δομή των οστών, σκελετός

ensemble des os qui forment le squelette 
l'ossature definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
ossatures
Παραδείγματα
L'ossature humaine se compose de 206 os. 

Ο ανθρώπινος σκελετός αποτελείται από 206 οστά.

02

σκελετός, δομή

ensemble des éléments porteurs qui forment la charpente ou la structure d'un bâtiment, d'un meuble ou d'un autre objet 
Παραδείγματα
L'ossature métallique soutient la façade du bâtiment. 

Ο μεταλλικός σκελετός υποστηρίζει την πρόσοψη του κτιρίου.

03

δομή, σκελετός

plan ou structure principale d'un texte, d'un projet ou d'une idée, qui en constitue l'ossature essentielle 
Παραδείγματα
L'ossature du roman doit être définie avant l'écriture. 

Η δομή του μυθιστορήματος πρέπει να οριστεί πριν από τη συγγραφή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store