oser
Pronunciation
/oze/

Ορισμός και σημασία του "oser"στα γαλλικά

01

τολμώ, τολμάω

avoir le courage de faire quelque chose de risqué
oser definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
ose
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
osons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
oserai
ενεστώτα μετοχή
osant
παθητική μετοχή
osé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
osions
Παραδείγματα
Ils osent défier les traditions établies.
Τολμούν να αμφισβητούν τις καθιερωμένες παραδόσεις.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store