Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
oser
01
τολμώ, τολμάω
avoir le courage de faire quelque chose de risqué
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
ose
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
osons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
oserai
ενεστώτα μετοχή
osant
παθητική μετοχή
osé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
osions
Παραδείγματα
Ils osent défier les traditions établies.
Τολμούν να αμφισβητούν τις καθιερωμένες παραδόσεις.



























