oser
o
o
o
ser
ze
ze
osier

Ορισμός και σημασία του "oser"στα γαλλικά

01

τολμώ, τολμάω

avoir le courage de faire quelque chose de risqué 
oser definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
ose
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
osons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
oserai
ενεστώτα μετοχή
osant
παθητική μετοχή
osé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
osions
Παραδείγματα
Il a osé sauter du haut de la falaise. 

Τολμησε να πηδήξει από την κορυφή του βράχου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store