Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'orgueil
01
υπερηφάνεια, αλαζονεία
sentiment de sa propre valeur, de sa dignité ou de son importance
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Son orgueil l'empêche de demander de l'aide.
Η υπερηφάνεια του τον εμποδίζει να ζητήσει βοήθεια.
02
υπερηφάνεια, αλαζονεία
source de satisfaction ou de fierté personnelle
Παραδείγματα
Sa famille est son orgueil le plus cher.
Η οικογένειά του είναι η πιο αγαπημένη του υπερηφάνεια.



























