Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
organisé
01
οργανωμένος, διατεταγμένος
qui planifie, structure ou arrange les choses de manière méthodique
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus organisé
συγκριτικός βαθμός
plus organisé
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
organisé
αρσενικό πληθυντικό
organisés
θηλυκό ενικό
organisée
θηλυκό πληθυντικό
organisées
Παραδείγματα
Être organisé aide à gérer le stress et les responsabilités.
Το να είσαι οργανωμένος βοηθά στη διαχείριση του άγχους και των ευθυνών.



























