Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
organisé
01
οργανωμένος, διατεταγμένος
qui planifie, structure ou arrange les choses de manière méthodique
Παραδείγματα
Être organisé aide à gérer le stress et les responsabilités.
Το να είσαι οργανωμένος βοηθά στη διαχείριση του άγχους και των ευθυνών.



























