l'ordure
ordure
ɔʁd͡zyʁ
awrdzyr
ordre

Ορισμός και σημασία του "ordure"στα γαλλικά

01

σκουπίδια, απόβλητα

déchet ou matière sale à jeter 
l'ordure definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
plural
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
ordures
Παραδείγματα
Jette ces restes à la poubelle, ce sont des ordures. 

Πέτα αυτά τα απομεινάρια στον κάδο, είναι σκουπίδια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

ordure
ord
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store