l'opéra
opéra
ɔpeʁa
awpera
opérer

Ορισμός και σημασία του "opéra"στα γαλλικά

01

όπερα, μουσικό δράμα

spectacle musical dramatique où les chanteurs jouent et chantent avec orchestre 
l'opéra definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
opéras
Παραδείγματα
Nous allons voir un opéra ce soir. 

Θα πάμε να δούμε μια όπερα απόψε.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store