Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'opéra
01
όπερα, μουσικό δράμα
spectacle musical dramatique où les chanteurs jouent et chantent avec orchestre
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
opéras
Παραδείγματα
Nous allons voir un opéra ce soir.
Θα πάμε να δούμε μια όπερα απόψε.



























